Προσβολή προσωπικότητας εργαζόμενου με τον ν.2643/1998

Standard

Πηγή : Ισοκράτης

Εφετείο Λάρισας 377/ 2007 Περίληψη
Αναγκαστική σχέση εργασίας – Πολύτεκνοι – Ανάπηροι – Αγωνιστές εθνικής αντίστασης – Συνταγματικότητα ρύθμισης – Κατάχρηση δικαιώματος – Μονομερής βλαπτική μεταβολή – Γνωστοποίηση απόφασης – Ενσταση αλλαχού κερδηθέντων – Υπερημερία εργοδότη – Προσβολή προσωπικότητας -. Σύμβαση εργασίας ατόμων που προστατεύονται από τις διατάξεις του Ν. 2643/1998. Τέκνα πολύτεκνης οικογένειας και αδέλφια ατόμου με αναπηρία. Οι αποφάσεις των Επιτροπών του άνω νόμου είναι άμεσα εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις.Με την εμφάνιση του προστατευόμενου προσώπου καταρτίζεται αναγκαστική σύμβαση εργασίας. Επί απόκρουσης των υπηρεσιών του εμφανισθέντος, επέρχεται υπερημερία εργοδότη, που δεν αίρεται με προσφυγή στην δευτεροβάθμιο Επιτροπή, ή στα Διοικητικά Δικαστήρια. Δικαίωμα εργοδότη προς αντικατάσταση του τοποθετηθέντος, για υπαίτια ακαταλληλότητα, μετά δίμηνη απασχόληση. Καταχρηστική πρόσκληση του εργοδότη να για εργασία όχι στον ορισθέντα τόπο, αλλά σε άλλον, κατά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Μη ανάγκη πανηγυρικής κοινοποίησης της απόφασης της αρμόδιας Επιτροπής στον ενδιαφερόμενο και στον εργοδότη, αλλά αρκεί αξιόπιστη και εξασφαλιστική γνωστοποίηση, προς έναρξη των προθεσμιών της εμφάνισης και της προσφυγής, μη αρκούσας απλής πληροφορίας για το περιεχόμενο της απόφασης. Συνταγματικότητα των διατάξεων περί προστασίας αγωνιστών Εθνικής αντίστασης και των τέκνων τους. Η άρνηση του εργοδότη να απασχολεί τον αναγκαστικά τοποθετηθέντα μισθωτό συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του.

Η κρινόμενη έφεση της εναγομένης κατά της 43/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 516, 517, 520 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατά την αυτή διαδικασία το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 Κ.Πολ.Δ.). Η εκκαλούσα με δήλωσή της στα πρακτικά παραιτήθηκε νομότυπα κατ’ άρθρα (294 – 299 Κ.Πολ.Δ.) από το δικόγραφο της έφεσης, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο Ι. Γ. Συνεπώς η έφεση ως προς αυτόν θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι άτομα που προστατεύονται από τις διατάξεις του Ν. 2643/1998 και ως τέτοια τοποθετήθηκαν σε θέση υπαλλήλων για ανάληψη υπηρεσίας στην εναγομένη με τις υπ’ αριθμ. 6, 10 και 8/2004 αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 8 του άνω νόμου. Ότι η εναγομένη παρά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους αρνήθηκε να τους τοποθετήσει στην έδρα της που είναι η Ν. Ι. Β. σε θέση ανάλογη με τα προσόντα τους, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι η άρνηση της εναγομένης είναι άκυρη και καταχρηστική β) να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους σε θέση ανάλογη με τα προσόντα τους, γ) να καταδικασθεί σε δήλωση βούλησης πρόσληψης και τοποθέτησης με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης του εκπροσώπου της και δ) να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 21.461,9 Ευρώ συνολικά, ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τους. Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της. Κατ’ αυτής παραπονείται η εναγομένη με τους αναφερομένους λόγους της που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ’ επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. Οι ενάγοντες είναι τέκνα πολύτεκνης οικογένειας (η δεύτερη) και αδελφός ατόμου με αναπηρία ( ο τρίτος). Με τις υπ’ αριθ. 6 και 8/2004 αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/1998 τοποθετήθηκαν ως υπάλληλοι σε ανάλογη με τα προσόντα τους θέση στο εργοστάσιο που διατηρεί η εναγομένη στη Ν. Ι. Β. Όταν σ αυτούς κοινοποιήθηκαν οι αποφάσεις της ως άνω Επιτροπής αντίστοιχα την 21-4-2004 και 22-4-2004, σύμφωνα με τα άρθρα 5 § 3 του άνω νόμου, αυτοί εμφανίσθηκαν την 19-5-2004 και 11-5-2004 αντίστοιχα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα για να αναλάβουν υπηρεσία. Η εναγομένη όμως αρνήθηκε να τους δεχθεί, αν και απασχολεί προσωπικό άνω των 200 ατόμων και με την πρόσληψή τους δεν θίγεται το ποσοστό του 8% που θέτει ο άνω νόμος (άρθρο 2). Κατά της αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής η εναγομένη προσέφυγε νομίμως και εμπροθέσμως στην δευτεροβάθμια Επιτροπή του ίδιου νόμου. Η τελευταία επικύρωσε την απόφαση της πρώτης Επιτροπής, απορρίπτοντας την προσφυγή. Οι αποφάσεις των άνω Επιτροπών είναι άμεσα εκτελεστές ως ατομικές διοικητικές πράξεις και με την εμφάνιση του προστατευόμενου προσώπου καταρτίζεται αναγκαστική σύμβαση εργασίας και αν εργοδότης αποκρούσει τις υπηρεσίες του εμφανισθέντος καθίσταται υπερήμερος εργοδότης και η υπερημερία του δεν αίρεται, ούτε αποκλείεται από την άσκηση προσφυγής είτε στην δευτεροβάθμιο Επιτροπή του νόμου, είτε στα Διοικητικά Δικαστήρια. Το μόνο που δικαιούται η θιγόμενη εταιρία είναι να ζητήσει την αντικατάσταση του τοποθετηθέντος, για υπαίτια ακαταλληλότητα, αφού όμως τον απασχολήσει τουλάχιστον επί δίμηνο και σε αυτό όμως το διάστημα δεν μπορεί να αρνηθεί την τοποθέτηση του ατόμου και αποδοχή των υπηρεσιών της (βλ. αντί πολλών ΑΠ 434/2004 ΕΕΔ 63, 1414, ΑΠ 218/2002 Δνη 44, 168, ΑΠ 1354/2001 ΕΕΔ 62, 200). Αντί για τα παραπάνω, μετά την απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής κάλεσε τους ενάγοντες να παρουσιασθούν στο εργοτάξιο που διατηρεί και στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας για να αναλάβουν εργασία. Την πρόσκληση αυτή της εναγομένης οι ενάγοντες απέκρουσαν ως καταχρηστική, διότι με την απόφαση της πρώτης Επιτροπής έπρεπε να εργασθούν ως υπάλληλοι στο εργοστάσιο της Ν. Ι. Β. Η εναγομένη προς απόκρουση της κρινόμενης αγωγής ισχυρίσθηκε τα εξής που επαναλαμβάνει και ως εφετήριους λόγους: α) Ότι οι ενάγοντες απώλεσαν το δικαίωμα για πρόσληψης γιατί δεν εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην επιχείρησή της, δηλ. εντός μηνός από την γνώση τους ότι τοποθετήθηκαν ως υπάλληλοι σε αυτήν (άρθρο 5 § 3 του άνω νόμου), β) ότι άσκησαν καταχρηστικά την προκειμένη αγωγή τους, γιατί τους κάλεσε να εμφανισθούν για εργασία στην Μεγαλόπολη Αρκαδίας και αυτοί αρνήθηκαν και ότι στο ως άνω διάστημα μπορούσαν να βρουν εργασία αλλαχού (άρθρο 656 εδ. β΄Α.Κ.), αφού είχαν προς τούτο τα κατάλληλα προσόντα και θέλουν μόνο να εισπράττουν μισθούς υπερημερίας και γ) ότι η ρύθμιση που προβλέπει ότι μπορούν να προσληφθούν αναγκαστικά οι αγωνιστές της Εθνικής αντίστασης και τα τέκνα τους, βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 21 § 2 του Συντάγματος, ως αντίθετη στις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 § 1 αυτού), καθώς και στο άρθρο 5 § 1 (ανάπτυξη ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας), γιατί δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου ή γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Οι παραπάνω λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους για τους παρακάτω λόγους: α) πραγματικά κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 10 § 4 ν. 1648/1986 και άρθρο 5 § 3 του ν. 2643/1998, δεν επιβάλλεται πανηγυρική γνωστοποίηση (κοινοποίηση) της απόφασης της αρμόδιας Επιτροπής στον ενδιαφερόμενο και στον εργοδότη, δηλ. η τήρηση των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας σχετικά με τις επιδόσεις, ούτε η επίδοση αντιγράφου του πρακτικού της Επιτροπής. Η απαιτούμενη όμως γνωστοποίηση πρέπει να είναι αξιόπιστη και εξασφαλιστική στους δύο παραπάνω, ώστε απ’ αυτήν να αρχίσουν να τρέχουν οι σχετικές προθεσμίες της εμφάνισης αλλά και της προσφυγής σε δευτεροβάθμια Επιτροπή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αρκεί και μια οποιαδήποτε πληροφορία για το τι ακριβώς αποφάσισε η αρμόδια Επιτροπή στην αίτηση κάποιου προστατευόμενου ατόμου να προσληφθεί σε κάποια επιχείρηση. Στην πράξη επικράτησε να κοινοποιείται στο προστατευόμενο άτομο συστημένη επιστολή για την πρόσληψη σε κάποια επιχείρηση που αποτελεί αξιόπιστη και εξασφαλιστική γνωστοποίηση γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε ο προστατευόμενος να εμφανισθεί σε κάποια επιχείρηση αυτόκλητα και να δηλώσει ότι έχει τοποθετηθεί σε αυτήν και να ζητήσει την πρόσληψή του και βέβαια είναι εύλογο ο εργοδότης να αποκρούσει το ως άνω αίτημα ως ανύπαρκτο και αβέβαιο. Συνεπώς εφόσον στους ενάγοντες κοινοποιήθηκαν την 21-4-2004 με συστημένη επιστολή τα υπ’ αριθ. 297, 920 έγγραφα της πρωτοβάθμιας Επιτροπής, από τότε οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της τοποθετήσεως του κατά τρόπο σαφή και αξιόπιστο και συνακόλουθα μπορούσαν να κάνουν χρήση του ως άνω εγγράφου, ώστε να «τρέχουν» οι οριζόμενες προθεσμίες. Η επικαλούμενη από την εναγομένη υπ’ αριθ. 1193/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά και η όμοια αυτής 218/2002 απόφαση που παρερμηνεύεται από την εναγομένη, αυτό ακριβώς επισημαίνουν, δηλ. γνώση κατά τρόπο σαφή, βέβαιο και αξιόπιστο και βέβαια πάντα αναφέρονται σε ύπαρξη κοινοποίησης σχετικού εγγράφου, χωρίς τις πανηγυρικές επιδόσεις και όχι σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων, οι οποίες μάλιστα πιθανολογούν ότι θα εκδοθεί θετική απόφαση για το προστατευόμενο άτομο, που όπως ειπώθηκε είναι επισφαλής και αβέβαιος τρόπος γνώσης και βέβαια οδηγεί σε καταστρατήγηση των σχετικών δικαιωμάτων και του εργοδότη, αλλά ιδίως του προστατευόμενου ατόμου. β) Η άρνηση της εταιρίας να προσλάβει τους ενάγοντες με την αιτιολογία ότι έπρεπε προηγουμένως να ακολουθηθεί η διαδικασία ελέγχου ασφαλείας που ακολουθεί η Γενική Δ/ση Εξοπλισμού του ΥΠΕΘΑ, δεν είναι σύννομη και παρίσταται καταχρηστική, αφού δεν απαιτείται εκ των προτέρων να γίνει τέτοια πιστοποίηση ασφαλείας, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί και μεταγενέστερα αφού προσληφθεί το προστατευόμενο άτομο, λόγω της αναγκαστικής φύσης της άνω σύμβασης εργασίας, και αν πράγματι υπάρξει πρόβλημα από τη μη πιστοποίηση αυτού του ελέγχου και ενδεχομένως κριθεί ακατάλληλος ο προσληφθείς, είναι λόγος να καταφύγει η επιχείρηση στην αρμόδια επιτροπή για να ζητήσει την αντικατάστασή του (βλ. ΑΠ 434/2004 ό.π.). Συνακόλουθα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι προσέφερε στους ενάγοντες θέση στο εργοστάσιό της στην Μ. Α. και βέβαια μετά την έκδοση της απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, είναι μη νόμιμος αφού η αναγκαστική σύμβαση εργασίας καταρτίσθηκε στο εργοστάσιο της Ν. Ι. Βόλου και όχι αλλαχού, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν έχει η εναγομένη και βέβαια θα συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των ωρών εργασίας για τους εργαζόμενους, εκτός αν συναινούσαν σε αυτήν. Εξάλλου και ο ισχυρισμός της εναγομένης για το ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν υπαιτίως και από κακοβουλία να αναζητήσουν αλλαχού εργασία με τα παραπάνω δεδομένα που εκτέθηκαν δεν παρίσταται καταχρηστικός κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., ενόψει ιδίως της αναγκαστικής τοποθετήσεώς τους, του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατόν να εργασθούν σε εντελώς διαφορετικό τόπο παροχής της εργασίας, Α. αντί Β., και όπως κατέθεσε ο μάρτυράς τους αυτοί προσπάθησαν πολλές φορές να βρουν εργασία, γεγονός που δεν κατέστη δυνατόν, λόγω της αυξημένης ανεργίας στο Νομό Μ. (ΑΠ 1354/2001 ΕΕΔ 62, 209). Γ) Τέλος, ορθώς εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 1 § 1 περ. γ΄ του άνω Νόμου, με την οποία θεσπίζεται η προστασία των αγωνιστών της Εθνικής αντίστασης και των τέκνων τους. Η ως άνω ρύθμιση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι συνταγματικώς ανεκτή, αφού απέρρευσε από ιδιαίτερους λόγους κοινωνικής ευαισθησίας για την αντιμετώπιση πολιτών, οι οποίοι κρίνονται άξιοι ιδιαίτερης προστασίας και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, που επιτάσσει τον νομοθέτη για ειδική φροντίδα του κράτους σε ειδικές κατηγορίες πολιτών και δεν οδηγεί σε αποδυνάμωση οιουδήποτε κατοχυρωμένου δικαιώματος τρίτου (ΑΠ 335/1988 ΕΕΔ 1989, 652, ΑΠ 1373/1999 ΕΕΔ 60, 64, ΕΘ 1252/1992 ΕΕΔ 5, 121, Ολ. ΣτΕ 1094/1987 ΝοΒ 35,973, Ντάσιος Εργ.Δι.Δικη., έκδ. 1999, 823, Ζερδελής ΔΕΝ 2000, 656, Γκούτου-Λεβέντη Εργ. Νομοθεσία 395). Τέλος οι άλλοι λόγοι ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη α) υποχρέωσε την εναγομένη σε δήλωση βούλησης για πρόσληψη και τοποθέτηση, β) ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού με το οποίο καταδικάσθηκε στην δήλωση αυτή από την τελεσιδικία της απόφασης και ότι γ) κακώς υποχρεώθηκε να καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την εμφάνιση και ότι επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Και τούτο γιατί α) όπως ήδη ειπώθηκε με την εμφάνιση του προστατευόμενου ατόμου και μόνο καταρτίζεται υποχρεωτικώς αναγκαστική σύμβαση εργασίας και δεν χρειάζεται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών αυτού με την παροχή εργασία, β) ο εργοδότης που αρνείται να προσλάβει το ως άνω άτομο οφείλει αυτοδίκαια μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την εμφάνιση, που τρέχουν από την «πλασματική» υπερημερία, όπως ορθώς δέχθηκε και η εκκαλουμένη γ) η χρησιμοποίηση της λέξης «από της τελεσιδικίας σε δήλωση βούληση» έχει προφανώς την έννοια της απασχόλησης των εναγόντων σε πραγματική απασχόληση του ατόμου σε θέση υπαλλήλου που του καθόρισε η πρωτοβάθμια Επιτροπή και βέβαια με την ειδικότητα, βαθμό, τμήμα που θα εργασθεί και που θα καθορίσει ο εργοδότης (ΑΠ 937/1993 Δνη 36, 166, ΑΠ 23,24/1999 Δνη 40,610) και όχι σε «πλασματική» που τρέχει από την εμφάνισή του και μόνο και όχι από την πάροδο διμήνου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εναγομένη, χρόνος που αφορά το δικαίωμα του εργοδότη να ζητήσει την αντικατάσταση του ατόμου από κάποια αιτία, γεγονός που προϋποθέτει την ήδη αποδοχή των υπηρεσιών και καθορισμό της προσήκουσας εργασίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το Πρωτοδικείο που κατέληξε στην ίδια κρίση και με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων και να τους απασχολεί σε ανάλογη θέση με τα προσόντα τους και περαιτέρω υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει το ποσό των 14.175,73 Ευρώ συνολικά για μισθούς υπερημερίας καθώς και ποσό 1.000 Ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν γιατί η άρνηση του εργοδότη να απασχολεί τον εργαζόμενο, σε περίπτωση που ο νόμος καθιστά υποχρεωτική την απασχόληση, συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του κατ’ άρθρα 57 και 59 Α.Κ., όπως στην προκειμένη υπόθεση (ΕΘ 1608/1999 Αρμ. 53,1242, ΕΘ 219/1999 Αρμ. 00,819), δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης, ως και του πρόσθετου λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό της δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης-εκκαλούσας η οποία ηττήθηκε (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

Για περισσότερες πληροφορίες

Αικατερίνη Φραγκιαδάκη

Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω

τηλ: 6974386276

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s