Εμπαθής και συκοφαντική δυσφήμηση (νομολογία).

Standard
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 2413
Ετος: 2008

Περίληψη

Αιτιολογίας επάρκεια – Υπέρβαση εξουσίας – Δυσφήμηση συκοφαντική – Τύπος -. Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, διότι δεν υπάρχει έγκληση για ορισμένα συκοφαντικά γεγονότα που αναφέρονται στην απόφαση και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το στοιχείο της γνώσεως. Έννοια γεγονότων. Αξιολογικές κρίσεις που συνδέονται με γεγονότα. Απορρίπτει αναίρεση.



Κείμενο Απόφασης

ΑΡΙΘΜΟΣ 2413/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη – Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλος, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου – Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπουρτζούδη, περί αναιρέσεως της 1134/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσερτσίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Η ποινική δίωξη για το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ασκείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 Π.Κ., μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η` ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υπεβλήθη η απαιτούμενη έγκληση εμπροθέσμως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος, της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, διότι ισχυρίσθηκε «ότι ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός ότι ως διοικητής του ΚΕΠΕΠ καλεί υπαλλήλους μόνο του δικού της συλλόγου σε απολογία» και σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 368 παρ.1 ΠΚ, η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης διώκεται μόνο ύστερα από υποβολή έγκλησης, εν τούτοις, όπως προκύπτει από τις δύο εγκλήσεις, που υπέβαλε ο εγκαλών, βάσει των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον της, δεν υποβλήθηκε έγκληση για τους ανωτέρω ισχυρισμούς για τους οποίους αυτή καταδικάσθηκε. Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Οπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση και των δύο εγκλήσεων, που υπέβαλε ο εγκαλών με ημερομηνία 15-9-2002 και με αριθμούς ΑΕ2006/2093 και ΑΕ2006/2094, η έγκληση που υποβλήθηκε περιλαμβάνει και τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα στην πρώτη έγκληση- μήνυση ο εγκαλών (…) αναφερόμενος στο περιεχόμενο της τηλεοπτικής εκπομπής «ΑΝΟΙΚΤΗ ΓΡΑΜΜΗ» μνημονεύει ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα είπε ότι «….από τη στιγμή που έχει αναλάβει ο κ. … υπάρχει ένα ανελέητο κυνηγητό προς τα μέλη του συλλόγου μας» και ότι » η δικιά μας καταγγελία είναι η διαφορετική αντιμετώπιση των εργαζομένων που ανήκουν στον ένα σύλλογο και στους εργαζομένους που ανήκουν στον άλλο σύλλογο» και σε ερώτηση του δημοσιογράφου, αν η αναιρεσείουσα καλεί σε απολογία «τους ανθρώπους του άλλου συλλόγου», η αναιρεσείουσα απάντησε αρνητικά, ενώ σε άλλο σημείο του τηλεοπτικού διαλόγου, σχετικά με το αν θα έπρεπε η αναιρεσείουσα να αναφέρει τις γενόμενες κλήσεις σε απολογία, αυτή απάντησε στον εγκαλούντα ότι » ναι, για να δείξω την αμεροληψία σας κ. …». Εκτίθεται, επομένως, στις πιο πάνω μηνύσεις- εγκλήσεις ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για το γεγονός ότι «καλεί σε απολογία μόνο τους υπαλλήλους του συλλόγου της κατηγορουμένης», την έννοια δε του ισχυρισμού αυτού προσδιορίζει (ότι δηλαδή από εμπάθεια και μεροληψία ο εγκαλών προβαίνει στην πράξη αυτή), ο χαρακτηρισμός ότι «ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός», χαρακτηρισμός που προκύπτει και από το περιεχόμενο των πιο πάνω περιστατικών που αναφέρονται στις εγκλήσεις του μηνυτή. Εφόσον, συνεπώς, εμπεριέχονται στις εγκλήσεις του παθόντος και τα περιστατικά αυτά, που αναφέρονται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πιο πάνω αιτιάσεις της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ένοχη για πράξεις που δεν είχε υποβληθεί η επιβαλλόμενη από το νόμο έγκληση, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι ο αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση, χωρίς να έχει υποβληθεί η απαιτούμενη προς τούτο έγκληση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Περαιτέρω γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος, μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε το έγκλημα συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, μετά την κατάργηση, με το άρθρο μόνο του ν.2243/1994 (που ισχύει από της 30-10-1994), όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, συντελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση. Βάσει αυτών, για να είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, θα πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτοί διατυπώθηκαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Ειδικώς δε πρέπει να αιτιολογείται, ότι, το με την παραπάνω έννοια, γεγονός, το οποίο ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο κατηγορουμένος, είναι ψευδές και ότι είχε γνώση του ψευδούς αυτού. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον ‘Αρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1134/5-3-2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι: «Το ίδρυμα ΚΕΠΕΠ …, του οποίου Διοικητής είναι ο εγκαλών, …, περιθάλπει περί τα 58 παιδιά με βαριές σωματικές και διανοητικές αναπηρίες και έχει περί τους 45 υπαλλήλους, οι οποίοι συνδικαλίζονται μέσω δύο συλλόγων, του «ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ» και του «ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ». Η κατηγορουμένη είναι Πρόεδρος του συλλόγου εργαζομένων του ΚΕΠΕΠ … «Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ» και με την ιδιότητά της αυτή κλήθηκε, την 31-7-2006 στην εκπομπή με τον τίτλο «ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΡΑΜΜΗ» του τηλεοπτικού σταθμού «ΔΙΚΤΥΟ». Μιλώντας στην ανωτέρω εκπομπή ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ότι δεν υπάρχουν άλλα άρρωστα παιδιά, τα οποία περιθάλπει το ΚΕΠΕΠ, πλην του παιδιού του εγκαλούντος, ότι ο εγκαλών είναι άνθρωπος εμπαθής και μεροληπτικός, ότι ως Διοικητής του ΚΕΠΕΠ καλεί υπαλλήλους μόνο του δικού της συλλόγου σε απολογία. Ωστόσο τα ανωτέρω γεγονότα είναι αναληθή, καθόσον κατά το χρόνο της θητείας του ο εγκαλών έχει καλέσει σε απολογία υπαλλήλους και από το σωματείο «ΑΠΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ», όπως ο …, η … και η …. Είναι βέβαια γεγονός ότι ο εγκαλών άσκησε και ασκεί αυστηρότερο πειθαρχικό έλεγχο στους εργαζόμενους του ιδρύματος, απ’ ό,τι οι προκάτοχοι του (που ήταν κατά καιρούς είτε ο τοπικός Δήμαρχος είτε ο τοπικός Μητροπολίτης), πολλές φορές παραγνωρίζοντας το ότι το ΚΕΠΕΠ λειτουργεί με πολλά κενά στις οργανικές του θέσεις, με αποτέλεσμα την ανάλογη υπηρεσιακή επιβάρυνση των εργαζομένων του. Η όποια όμως αυστηρότητα του εγκαλούντος στην άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου των εργαζόμενων, πέραν του ότι είχε ως αποτέλεσμα την εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος και το μηδενισμό των θανάτων των τροφίμων του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι είναι εμπαθής και μεροληπτικός, αφού -όπως αποδείχτηκε (βλ. κατάθεση εγκαλούντος και μάρτυρα κατηγορίας)- αν κάποιος υπάλληλος ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του, διωκόταν πειθαρχικά, ανεξάρτητα από το σύλλογο στον οποίο ανήκε, ενώ υπάρχει σαφής ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο να διώκονται πειθαρχικά μόνο εργαζόμενοι του ενός συλλόγου, όπως ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη, και στο να διώκονται πειθαρχικά κυρίως ή συνήθως εργαζόμενοι του ίδιου συλλόγου (βλ. και κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης «… ως επί το πλείστον τα άτομα του συλλόγου «ΓΕΡΩΝ ΠΑΙΣΙΟΣ» κλήθηκαν σε απολογία και λιγότερο τα άτομα του συλλόγου «ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ»…»), το οποίο μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι ο συγκεκριμένος σύλλογος έχει πάγια στάση απέναντι σε αποφάσεις της διοίκησης, των οποίων η παράβαση συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Πέραν τούτων, ακόμη και αν οι εργαζόμενοι άδικα διώκονταν πειθαρχικά, δηλαδή χωρίς να έχουν υποπέσει σε κάποιο παράπτωμα, το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο -όπως αποδείχτηκε- απαρτίζεται από άτομα και από άλλες μονάδες (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης) και για το οποίο δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι επίσης δρα επιλεκτικά και μεροληπτικά, θα τα απάλλασσε και δεν θα δημιουργούνταν περαιτέρω θέμα. Ωστόσο, από τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι οι κρίσεις του ανωτέρω πειθαρχικού συμβουλίου ήταν κυρίως καταδικαστικές και όχι απαλλακτικές, ανεξάρτητα από το σύλλογο στον οποίο ανήκαν οι παραπεμπόμενοι εργαζόμενοι, ενώ η ίδια η κατηγορουμένη στην απολογία της δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει με κατηγορηματικότητα αν ο εγκαλών -ενεργώντας μεροληπτικά- δίωξε πειθαρχικά για συγκεκριμένο παράπτωμα εργαζόμενο μόνο του ενός σωματείου και όχι του άλλου. Ακόμη, όσον αφορά το ζήτημα του αν το εν λόγω ίδρυμα δεχόταν και άλλα -πλην του τέκνου του εγκαλούντος- «εξωτερικά» παιδιά (που δεν διαμένουν δηλαδή στο ΚΕΠΕΠ) για φυσιοθεραπείες, όπως αποδείχτηκε, κατά το χρόνο που πραγματοποίησε τις επίμαχες δηλώσεις της στην τηλεόραση η κατηγορουμένη πράγματι μόνο το τέκνο του εγκαλούντος υποβαλλόταν σε φυσιοθεραπείες στους χώρους του ιδρύματος ως «εξωτερικό», πλην όμως αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του εγκαλούντος (βλ. από 22-8-2006 έγγραφο του … ιατρού του ΚΕΠΕΠ, στο οποίο αναφέρεται ότι «… σύμφωνα με απόφαση του Δ.Σ. του ΚΕΠΕΠ Σιδηροκάστρου, μετά από αίτηση των γονέων τους, προσφέρονται οι απαραίτητες δυνατές υπηρεσίες σε 4 εξωτερικά παιδιά ΑΜΕΑ από τα τμήματα εργασιοθεραπείας και φυσιοθεραπείας, με διακοπή τους θερινούς μήνες..,»), όπως υπονοείται από την κατηγορουμένη, αλλά στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι διαμαρτυρήθηκαν για το -κατ’ αυτούς- εξοντωτικό ωράριο εργασίας (πρωινές και απογευματινές ώρες) που συνεπαγόταν η ενασχόληση με 4 παιδιά και ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι μόνο στις 8.00 μπορούν να δέχονται εξωτερικά παιδιά για θεραπείες, καθόσον εκείνη την ώρα δεν κάνουν θεραπείες στα παιδιά του ιδρύματος, συνεπεία δε αυτής της αλλαγής ωραρίου που δεν εξυπηρετούσε πλέον τους γονείς των μέχρι τότε προσαγόμενων «εξωτερικών παιδιών», αυτοί σταμάτησαν να τα μεταφέρουν στο ίδρυμα (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης:»… οι γονείς των παιδιών μας είπαν ότι δεν μπορούν να έρχονται αυτήν την ώρα και σταμάτησαν τα παιδιά…». Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν γνωστά στην κατηγορουμένη, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας της στο ΚΕΠΕΠ, πλην όμως αυτή, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της και με πρόθεση να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ενώπιον αόριστου αριθμού ατόμων, προέβη στην προαναφερθείσα τηλεοπτική εκπομπή στις επίμαχες δηλώσεις της, καταφερόμενη με σαφήνεια και κατηγορηματικά εναντίον του εγκαλούντος, χωρίς να αφήνει καμία αμφιβολία για την εμπάθεια, τη μεροληπτικοτήτα και τη δόλια προαίρεσή του σε βάρος των εργαζομένων του σωματείου της, τούτο δε έπραξε πιθανότατα λόγω του γεγονότος ότι αυτή βρίσκεται σε προσωπική αντιδικία με το …, Πρόεδρο του συλλόγου εργαζομένων «ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ», τον οποίο θεωρεί -χωρίς να αποδεικνύει- ότι ευνοεί ο εγκαλών. Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα του αν προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος, όπως αποδείχτηκε, ή επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή προβλήθηκε μεσημβρινές ώρες, δηλαδή σε ζώνη αυξημένης τηλεθέασης, και έλαβε γνώση των ισχυρισμών της κατηγορουμένης αόριστος αριθμός τηλεθεατών που παρακολουθούσαν την ώρα εκείνη την εκπομπή, με αποτέλεσμα να σχηματίσουν αυτοί αρνητικότατη άποψη για το άτομο του, το οποίο παρουσιαζόταν από την κατηγορούμενη ως εμπαθές και μεροληπτικό, που ασκεί τη διοίκηση του ΚΕΠΕΠ όχι προς το σκοπό του ιδρύματος, αλλά για να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δικά του συμφέροντα και τα άτομα που ο ίδιος ευνοεί. Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο θίχτηκε η τιμή και η υπόληψη του εγκαλούντος, ο οποίος υπέστη αντίστοιχη ηθική βλάβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την ανωτέρω πράξη» .Για την πράξη της δε αυτή, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1,2, 363 σε συνδυασμό με 362 Π.Κ., η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και καταδικάστηκε δε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. IV. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη – αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, αναφέρονται τα περιστατικά που διέδωσε η αναιρεσείουσα για τον εγκαλούντα και ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας, με την έκθεση στο σκεπτικό της των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτής ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Ειδικότερα, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναφερόμενα στην απόφαση δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα ήταν γνωστά στην κατηγορούμενη αναιρεσείουσα, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας της στο ΚΕΠΕΠ, πλην όμως αυτή, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών της και με πρόθεση να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος προέβη, ενώπιον αόριστου αριθμού ατόμων, στην προαναφερθείσα τηλεοπτική εκπομπή στις επίμαχες δηλώσεις της και ότι έπραξε τούτο , λόγω του γεγονότος ότι αυτή βρισκόταν σε προσωπική αντιδικία με το …, Πρόεδρο του συλλόγου εργαζομένων «ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ», τον οποίο θεωρούσε ότι ευνοούσε ο εγκαλών, αιτιολογείται πλήρως ότι τα γεγονότα αυτά ψευδή και συκοφαντικά και ότι ο κατηγορουμένη αναιρεσείουσα τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, εξάλλου, της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούν τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ύπαρξη και τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε (ότι δεν ήταν δυνατόν να γνώριζε ποιοι καλούνται σε απολογία κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω αβάσιμες είναι οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τυγχάνει αναιρετέα λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 362 και 363 Π Κ, διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ασάφεια, αν οι φράσεις «εμπαθής και μεροληπτικός» είναι γεγονότα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων των ανωτέρω ποινικών διατάξεων. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι οι πιο πάνω φράσεις, δεν τίθενται αυτοτελώς ως αξιολογική κρίση, αλλά συνδέονται και σχετίζονται αμέσως με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών «καλεί σε απολογία υπαλλήλους μόνο του συλλόγου της αναιρεσείουσας», την έννοια του οποίου και προσδιορίζουν, όπως και πιο πάνω (παρ.Ι), έχει αναφερθεί (δηλαδή, από εμπάθεια και μεροληψία ο εγκαλών προβαίνει στην πράξη αυτή). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, ότι, λόγω της πιο πάνω ασάφειας η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης – αναιρεσείουσας ότι στο Ίδρυμα δεν περιθάλπονται ως «εξωτερικά» άλλα παιδιά εκτός από το παιδί του εγκαλούντος, δεν ήταν είναι συκοφαντικός, διότι πράγματι κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η τελεοπτική εκπομπή περιθάλπτετο μόνο ένα παιδί, δεν υποννούσε ότι αυτό οφειλόταν στον εγκαλούντα (όπως δέχθηκε η απόφαση), αλλά σε απόφαση των εργαζομένων στο Ιδρυμα (ΚΕΠΕΠ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.

V. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς εναγόντος (άρθρα 186, 176 ΚΠολΔ, 583 παρ.1 ΚΠΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεω (αρ. πρωτ. 4342/16-5-08) της …, για αναίρεση της 1134/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς εναγόντος που παραστάθηκε, την οποία ορίζει, σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: Ισοκράτης

Για περισσότερες πληροφορίες

Αικατερίνη Φραγκιαδάκη

Δικηγόρος

Τηλ. επικοινωνίας : 69784386276

Email: lawyersgroup6@gmail.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s