«Προϋποθέσεις παροχής αναπηρικής σύνταξης και αύξησης του ποσοστού αναπηρίας λόγω κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων» Νομικό Βήμα – Τόμος 62 – Τεύχος 4 – Μάιος 2014 

Standard

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Δικαστήριο: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΟΥΣΙΑΣ

Τόπος: ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης: 189

Ετος: 2011

________________________________________

 

Όροι θησαυρού: ΜΕΡΙΚΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΙΚΑ

Περίληψη

Εργατικό ατύχημα – Σύνταξη αναπηρίας – Σύνταξη μερικής αναπηρίας – Ιατρική αναπηρία – Ασφαλιστική αναπηρία – Υγειονομικές επιτροπές -. Για την απονομή και την παράταση σύνταξης αναπηρίας σε ασφαλισμένο του Ι.Κ.Α, του οποίου το σχετικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, δεν συνδέεται με χρονικές προϋποθέσεις. Απαιτείται η ύπαρξη ορισμένης πάθησης, βλάβης, σωματικής ή πνευματικής εξασθένισης. Αρμόδιες να αποφανθούν για την ιατρική αναπηρία, είναι οι υγειονομικές επιτροπές. Απαιτείται να συντρέχει και βιοποριστική ανικανότητα του ασφαλισμένου να κερδίζει περισσότερα από ένα συγκεκριμένο ποσοστό, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του νόμου, που κερδίζει υγιής μισθωτός στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία (ασφαλιστική αναπηρία). Αύξηση του ποσοστούέως 17 μονάδες της ασφαλιστικής αναπηρίας από τα ασφαλιστικά όργανα.

________________________________________

Κείμενο Απόφασης

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 10o Τριμελές

Αποτελούμενο από τους: Ελένη Δημητρακοπούλου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ελένη Πετρουλάκη – Εισηγήτρια και Αρετή Γ. , Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τον Ιωάννη Κολιόπουλο, δικαστικό υπάλληλο,

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2010 για να δικάσει την από 30 Οκτωβρίου 2009 (αριθμ. καταχ. ΑΒΕΜ: 2396/18-12-2009) έφεση

του ΝΠΔΔ «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Μ. (ΙΚΑ ΕΤΑΜ)», που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου αρ. 8), για το οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιός του δικηγόρο Γεράσιμος Χαλιώτης, σύμφωνα με την από 10-12-2010 έγγραφη δήλωσή του (άρθρο 133, παρ. 2, ΚΔΔ), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου

κατά του Α. Γ., κατοίκου Δ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε

Το Δικαστήριο,

μελέτησε τη δικογραφία και

σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της με αριθ. 1684/2009 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε μερικά δεκτή προσφυγή του εφεσίβλητου ασφαλισμένου κατά της με αριθμό 642/20.11.2006/Συν. 86η απορριπτικής απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α-Ε.ΤΑ.Μ. Δάφνης, η οποία εκδόθηκε μετά από ένσταση του εφεσίβλητου κατά των 476 και 477/24.03.2006 αποφάσεων της Διευθύντριας του ιδίου Υποκαταστήματος. Με τις τελευταίες αυτές αποφάσεις, διακόπηκε από 01.02.2006 η καταβολή σε αυτόν κύριας και επικουρικής συντάξεως μερικής αναπηρίας από εργατικό ατύχημα, που του χορηγούνταν, από το ΙΚΑ και το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ αντίστοιχα, κατά το χρονικό διάστημα από 20.01.2004 έως 31.01.2006.

2. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Φ.Ε.Κ Α’ 179), όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους από το άρθρο 27 παρ. 1 περ. 5 του Ν. 1902/1990 (Φ.Ε.Κ. Α’ 138), και μετά την αντικατάσταση της περ. στ’ από την παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν. 1976/1991 (Φ.Ε.Κ. Α΄184/4-12-1991), ορίζουν ότι: « α) Ο ασφαλισμένος θεωρείται βαριά ανάπηρος αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένισης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες και τη μόρφωση του περισσότερο από το ένα πέμπτο (1/5) του ποσού που συνήθως κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. β) Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, διάρκειας ενός έτους το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το ένα τρίτο (1/3) του ποσού που συνήθως κερδίζει στην ίδια επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. γ) Ο ασφαλισμένος θεωρείται μερικά ανάπηρος αν λόγω πάθησης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, εξάμηνης το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη διάρκειας, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το μισό (1/2) του ποσού που συνήθως κερδίζει στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης… δ) …, ε) ……… στ) Κατά τον προσδιορισμό του βαθμού της αναπηρίας σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια α’, β’ και γ’, το ποσοστό της αναπηρίας που οφείλεται σε ιατρικά κριτήρια μπορεί να αυξηθεί και μέχρι 17 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω κοινωνικών κριτηρίων ή κριτηρίων αγοράς εργασίας, ζ) Εφ’ όσον ο ασφαλισμένος κρίνεται βαριά ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφ. α’ δικαιούται σύνταξη ίση με την οριζόμενη κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του παρόντος νόμου. Εφ’ όσον ο ασφαλισμένος κρίνεται ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφ. β’ δικαιούται τα τρία τέταρτα (3/4) της σύνταξης αυτής και, εφόσον κρίνεται μερικά ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφ. γ’ δικαιούται το 1/2 της σύνταξης αυτής η) ..θ) . .» Περαιτέρω, στο άρθρο 34 του ως άνω ΑΝ. 1846/1951, «Εργατικόν ατύχημα και επαγγελματική νόσος», ορίζεται ότι σε περίπτωση που το γεγονός που θεμελιώνει το δικαίωμα σε ασφαλιστική παροχή οφείλεται σε βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής ή σε επαγγελματική ασθένεια, δεν απαιτείται για τη χορήγηση των ασφαλιστικών παροχών, η συμπλήρωση των προβλεπομένων στο νόμο ημερών εργασίας. Εξάλλου, κατά τον Κανονισμό Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α. (Απόφαση Υπουργού Εργασίας 57440 της 13 Ιαν. / 7 Φεβρ. 1938, ΦΕΚ Β’ 33), αρμόδιες για την διαπίστωση από ιατρική άποψη της φύσης, των αιτιών, της έκτασης και της διάρκειας της σωματικής ή πνευματικής βλάβης εκείνου που ζητά σύνταξη αναπηρίας είναι, κατά το άρθρο 29, οι υγειονομικές επιτροπές, οι γνωματεύσεις των οποίων, σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 1 και 37, είναι δεσμευτικές για τα όργανα τα αρμόδια για την απονομή της ασφαλιστικής παροχής, εφόσον εκδίδονται με τον προσήκοντα τρόπο και είναι ειδικά αιτιολογημένες.

3. Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για την απονομή και την παράταση σύνταξης αναπηρίας σε ασφαλισμένο του Ι.Κ.Α, του οποίου το σχετικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, δεν συνδέεται με χρονικές προϋποθέσεις, απαιτείται, καταρχήν, η ύπαρξη ορισμένης πάθησης, βλάβης, σωματικής ή πνευματικής εξασθένισης, αρμόδια δε να αποφανθούν για τη φύση, τα αίτια, την έκταση και τη διάρκεια της σχετικής σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας (ιατρική αναπηρία), είναι τα υγειονομικά όργανα του Ιδρύματος, δηλ. οι πρωτοβάθμιες και οι δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές. Οι τελευταίες, με σχετικές γνωματεύσεις τους, οι οποίες, εφόσον αιτιολογούνται επαρκώς, είναι δεσμευτικές για τα ασφαλιστικά διοικητικά όργανα και τα διοικητικά δικαστήρια, καθορίζουν το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής βλάβης που οφείλεται στην ως άνω διαπιστούμενη ανικανότητα. Περαιτέρω, απαιτείται να συντρέχει, λόγω της προηγούμενης βλάβης, και βιοποριστική ανικανότητα του ασφαλισμένου να κερδίζει περισσότερα από ένα συγκεκριμένο ποσοστό, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του νόμου, που κερδίζει υγιής μισθωτός στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία (ασφαλιστική αναπηρία). Η στάθμιση της ασφαλιστικής αναπηρίας, που γίνεται κατά συνεκτίμηση της ιατρικώς διαπιστωθείσας πάθησης ή βλάβης του ασφαλισμένου, του επαγγέλματος του, της ηλικίας του, της μόρφωσης του, της δυνατότητας του να ασκεί το προηγούμενο ή άλλο παρεμφερές επάγγελμα, καθώς και των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ανήκει στα ασφαλιστικά όργανα του Ι.Κ.Α. και, σε περίπτωση αμφισβήτησης κατόπιν ασκήσεως προσφυγής, στα διοικητικά δικαστήρια (πρβλ. ΣΤΕ 1940/2003, 3812/2001 κ α). Περαιτέρω, τα ασφαλιστικά όργανα, προκειμένου να προσδιορίσουν το ποσοστό της μη οφειλόμενης σε ιατρικά κριτήρια αναπηρίας του ασφαλισμένου, λαμβάνουν υπόψη το συνολικό ποσοστό της οφειλόμενης σε ιατρικά κριτήρια αναπηρίας του και μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό αυτό έως δεκαεπτά ποσοστιαίες μονάδες λόγω κοινωνικών κριτηρίων ή κριτηρίων αγοράς εργασίας, σύμφωνα με την περ. στ’ της παρ. 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951 (ΣτΕ 3237/2004, 2142/2004, 36/2004, 3381/2003).

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο εφεσίβλητος γεννήθηκε το έτος 1964 και πραγματοποίησε 176 ημέρες ασφάλισης στο διάδικο Ίδρυμα, κατά το χρονικό διάστημα από 12/2001 έως 8/2002, με την επαγγελματική ιδιότητα του (εργάτη) φορτοεκφορτωτή. Στις 13.06.2002, εν ώρα εργασίας, κατά την πρόσκρουση σε τζαμαρία εισόδου πολυκατοικίας υπέστη, λόγω των θραυσμάτων, «τραυματική διατομή ιγνυακής φλεβός και ιγνυακού νεύρου αριστερά». Το ανωτέρω συμβάν χαρακτηρίστηκε εργατικό ατύχημα με την 247/19.08.2002 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ηλιούπολης. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος υπέβαλε αίτηση απονομής σύνταξης λόγω αναπηρίας στις 20.01.2004 στο Ι.Κ.Α. και την 01.07.2004 στο Ι.K.A TEAM. Η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Δάφνης με τις 1411 και 1412/21.09.2004 αποφάσεις της απένειμε στον εφεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 20.01.2004 έως 30.01.2005, σύνταξη μερικής αναπηρίας από εργατικό ατύχημα, ποσού ίσου με το 50% της πλήρους σύνταξης, στηριζόμενη στην 1173/15.06.2004 γνωμάτευση της 1ης Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (1η AYE), κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (BYE). Η σύνταξη αυτή παρατάθηκε για το χρονικό διάστημα από 01.02.2005 έως 31 .01 .2006, με τις 113 και 114/31.01.2005 αποφάσεις της Διευθύντριας του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Δάφνης, βάσει της 196/31.01.2005 γνωμάτευσης της 4ης AYE, κατά της οποίας επίσης δεν ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον της BYE. Ε. συνεχεία, με την 67/11.01.2006 γνωμάτευση της, η 4η AYE αφού διαπίστωσε ότι ο ασφαλισμένος πάσχει από «Διατομή κνημιαίου και περονιαίου νεύρου και ιγνιακής αρτηρίας-φλέβας, χει/κή αποκατάσταση με λειτουργική ανεπάρκεια (Αρ) σκέλους», προσδιόρισε το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής του βλάβης σε 50% για το χρονικό διάστημα από 01.02.2006 έως 31.01.2008, οφειλόμενο στο εργατικό ατύχημα στις 13.06.2002. Κατά της γνωμάτευσης αυτής, η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Δάφνης άσκησε ένσταση ενώπιον της 2ης BYE, ζητώντας την επανεξέταση της υπόθεσης. Η τελευταία με την 357/10.03.2006 γνωμάτευση της, αναθεώρησε την προηγούμενη 67/4η ΑΥΕ/1 1.01. 2006 γνωμάτευση και, αφού έλαβε υπόψη της τα δεδομένα κλινικών εξετάσεων, με βάση τα οποία ο ασφαλισμένος «βαδίζει με ελαφρά χωλότητα εκ του (ΑΡ) σκέλους, φέρει πολλαπλή μτχ/κή ουλή επί της ινιακής χώρας για αποκατάσταση τραυματικής ρήξης αγγείων κ’ περονιαίων νεύρων ελαφρώς υπολειπόμενη κάμψη-έκταση (Αρ) ΠΔΚ, μυϊκή ισχύς καμπτήρων κ’ εκτεινόντων καλή», απεφάνθη ότι ο τελευταίος πάσχει από «ελαφρά χωλότητα βαδίσεως εκ του (Αρ) σκέλους, απότοκος συνθλιπτικής κακώσεως, αντιμετωπισθείσης χειρ/κώς», προσδιόρισε δε το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής του βλάβης σε 35% κατά το χρονικό διάστημα από 01.02.2006 έως 31.01.2007, οφειλόμενο στο ανωτέρω εργατικό ατύχημα. Στηριζόμενη στην τελευταία αυτή γνωμάτευση, η Διευθύντρια του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Δάφνης, με τις 476 και 477/24.03.2006 αποφάσεις της, διέκοψε από 01.02.2006 την καταβολή της εν λόγω σύνταξης στον εφεσίβλητο, κρίνοντας ότι ο τελευταίος δεν δικαιούται σύνταξη αναπηρίας ίσης προς το 50% της συντάξεως πλήρους αναπηρίας, καθώς δεν είναι ανάπηρος κατά την έννοια του άρθρου 27 του Ν. 1902/1999. Κατά των αποφάσεων αυτών ο εφεσίβλητος άσκησε την 302/09.06.2006 «ένσταση» του ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Δάφνης, ζητώντας την ακύρωση τους και την παράταση της χορηγηθείσας σε αυτόν αναπηρικής συντάξεως, από 01.02.2006 έως 31.01.2008. Η ΤΔΕ, με την ένδικη 642/20.11.2006/Συν.86ης απόφασής της, απέρριψε την ένσταση του εφεσίβλητου, κρίνοντας ότι ο τελευταίος, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2006 έως 31.01.2007, εξασκώντας το επάγγελμα του ή άλλο ομοειδές, μπορούσε να κερδίζει περισσότερο από το 1/2 του ποσού που κερδίζει υπό τις ίδιες περιστάσεις ένας σωματικά και πνευματικά υγιής μισθωτός, και, συνεπώς, δεν είναι ανάπηρος κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 περ. 5 εδαφ. α, β, γ του Ν. 1902/1990. Ακολούθως με την ένδικη προσφυγή, ο εφεσίβλητος ζήτησε την ακύρωση της απόφασης της ΤΔΕ, και την παράταση της χορηγηθείσας σε αυτόν αναπηρικής σύνταξης, από 01.02.2006 έως 31.01.2008, προβάλλοντας ότι η διακοπή της σύνταξης του από 01.02.2006 είναι αυθαίρετη και αναιτιολόγητη. Τούτο δε, κατά τους ισχυρισμούς του, διότι η κατάσταση της υγείας του είναι βεβαρημένη, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες 1314/09.03.2006 και 6019/20.10.2008 ιατρικές γνωματεύσεις του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΚΑΤ, βάσει των οποίων «ο •ασθενής δεν μπορεί να εργασθεί για τα προσεχή δύο (2) χρόνια», όπως αναφέρεται στην πρώτη ή «για τουλάχιστον ένα (1) χρόνο», όπως αναφέρεται στη δεύτερη εξ αυτών, καθώς, κατά την παρούσα κατάσταση, «οι κινήσεις της ποδοκνημικής και των δακτύλων είναι μέτριες. Ελέγχεται υπαισθησία (πτωχή αισθητική ανανεύρωση) τόσο στη πελματιαία όσο και στη ραχιαία επιφάνεια του άκρου ποδός. Η μυϊκή ισχύς καμπτήρων και εκτεινόντων είναι 4 (-). Η προσφυγή αυτή έγινε μερικά δεκτή, ακυρώθηκε η ένδικη απόφαση της Τοπικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δάφνης και αναγνωρίστηκε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται συντάξεως μερικής αναπηρίας λόγω εργατικού ατυχήματος, η οποία ανέρχεται στο ½ της συντάξεως πλήρους αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 1-2-2006 έως 31-1-2007. Ήδη με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν ΙΚΑ ζητεί την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για ους αναφερόμενους σο δικόγραφο της εφέσεώς του λόγους και ιδίως γιατί, όπως ισχυρίζεται, το ποσοστό αναπηρίας του ασφαλισμένου δεν υπερβαίνει το 35%.

5. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, ενόψει και των όσων έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας: α) το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής βλάβης του ασφαλισμένου, που ανέρχεται σε 35% για το ένδικο χρονικό διάστημα, το είδος και τη φύση της πάθησης του, ιδίως δε τα κλινικά συμπτώματα αυτής, όπως τα ανωτέρω καθορίστηκαν με την νόμιμα αιτιολογημένη, και ως εκ τούτου δεσμευτική κατά τα προαναφερόμενα στη σκέψη 3, γνωμάτευση της Β/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής, β) την ηλικία του εφεσίβλητου (42 ετών), κατά το χρόνο που διεκόπη η συνέχιση της καταβολής της σύνταξης του, σε συνδυασμό με το είδος της εργασίας του (εργάτης φορτοεκφορτωτής), η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι βαριά και επίπονη ακόμη και για τον απολύτως υγιή και νεότερο του εφεσίβλητου φορτοεκφορτωτή, καθώς προϋποθέτει άρτιες σωματικές δυνάμεις, καταβολή έντονης σωματικής προσπάθειας, αντοχή στη σωματική κόπωση, σταθερότητα, ευκινησία, ασφαλή και ικανή στήριξη του ανθρώπινου σώματος στα κάτω άκρα του και πλήρη λειτουργικότητα αυτών, γ) το γεγονός ότι οι διαπιστωθείσες παθήσεις, και η σχετική με αυτές «δυσχέρεια βαδίσεως», επηρεάζουν δυσμενώς, εκτός από την καθημερινότητα του εφεσίβλητου κατά μείζονα λόγο τη συνέχιση της ιδίας ή άλλης παρεμφερούς εργασίας από αυτόν, καθώς μειώνουν την παραγωγικότητα του και παρεμποδίζουν τη πραγματοποίηση κινήσεων απαραίτητων για την εργασία του, όπως η συνεχής άρση και μεταφορά βαρέων αντικειμένων (π.χ. οικοσυσκευών και επίπλων), δ) το γεγονός ότι δεν προκύπτουν συγκεκριμένες γραμματικές γνώσεις του ασφαλισμένου που θα του επέτρεπαν την εύρεση και άσκηση άλλης εργασίας με ηπιότερη σωματική καταπόνηση, στ) τις συνθήκες εργασίας, που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, καθώς οι ευκαιρίες για απασχόληση, οι οποίες, κατά τα κοινώς γνωστά, δεν παρουσιάζουν αύξηση, είναι ακόμη πιο περιορισμένες για τον εφεσίβλητο δεδομένου ότι στην αγορά εργασίας προτιμώνται νεότεροι και υγιέστεροι μισθωτοί, που είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν καλύτερα στις ιδιαίτερες συνθήκες του επαγγέλματος, στ) τους όρους αμοιβής υγιούς μισθωτού της ίδιας επαγγελματικής κατηγορίας, κρίνει ότι ο εφεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από 01.02.2006 έως 31.01.2007, δεν μπορούσε να κερδίζει, παρέχοντας την ίδια ή παρεμφερή εργασία, που να ανταποκρίνεται στην ηλικία, τις δυνάμεις, τις δεξιότητες και τη μόρφωση του, περισσότερο από το μισό (1/2) του ποσού εκείνου που κερδίζει υγιής μισθωτός, που απασχολείται στην ίδια περιφέρεια με την ίδια επαγγελματική κατηγορία και μόρφωση. Συνεπώς ο εφεσίβλητος κρίνεται ασφαλιστικά ανάπηρος κατά την έννοια του εδαφίου γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 27 παρ. 1 περ. 5 εδάφιο γ’ του Ν. 1902/1990), για το χρονικό διάστημα από 01.02.2006 έως 31.01.2007, και δικαιούται για το διάστημα αυτό σύνταξη μερικής αναπηρίας ίση με το ½ της πλήρους συντάξεως. Ταυτά κρίνασα και η πρωτόδικη απόφαση δεν έσφαλε και πρέπει γι΄ αυτό η κρινόμενη έφεση ν΄ απορριφθεί, ν΄ απαλλαγεί όμως, εκτιμώμενων των περιστάσεων, το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε του ΚΔΔ).

Γι΄ αυτό

Απορρίπτει την έφεση.

Απαλλάσσει το εκκαλούν των δικαστικών εξόδων του αντιδίκου του.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011 και δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Ε.Μ..
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Σύμφωνα το άρθρο 28 παρ. 2 του Α.Ν.1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ 179 Α’), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 παρ. 1 περ. 5 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α) και το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 1976/1991 (Α 184), ορίζει ότι: «5 α) Ο ασφαλισμένος θεωρείται βαριά, ανάπηρος αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, ετήσιας τουλάχιστο διάρκειας κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες και τη μόρφωσή του περισσότερο από το ένα πέμπτο (1/5) του ποσού που συνήθως κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. β) Ο ασφαλισμένος θεωρείται ανάπηρος αν λόγω παθήσεως ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής του στην ασφάλιση, διάρκειας ενός έτους το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το ένα τρίτο (1/3) του ποσού που συνήθως κερδίζει στην ίδια επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. γ) Ο ασφαλισμένος θεωρείται μερικά ανάπηρος αν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, μεταγενέστερης της υπαγωγής τoυ στην ασφάλιση, εξάμηνης το λιγότερο κατά ιατρική πρόβλεψη διάρκειας, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνηθισμένη επαγγελματική του απασχόληση, περισσότερο από το μισό (1/2) του ποσού που συνήθως κερδίζει στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης. δ) … στ) Κατά τον προσδιορισμό το βαθμού της αναπηρίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια α’, β’ και γ’ το ποσοστό αναπηρίας που οφείλεται σε ιατρικά κριτήρια μπορεί να αυξηθεί και μέχρι 17 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω κοινωνικών κριτηρίων ή κριτηρίων αγοράς εργασίας. ζ) Εφ’ όσον ο ασφαλισμένος κρίνεται βαριά ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου α’ δικαιούται σύνταξη ίση με την οριζόμενη κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του παρόντος νόμου. Εφ’ όσον ο ασφαλισμένος κρίνεται ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου β’, δικαιούται τα τρία τέταρτα (3/4) της σύνταξης αυτής και, εφ’ όσον κρίνεται μερικά ανάπηρος κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου γ’, δικαιούται το μισό (1/2) της σύνταξης αυτής η) … »

Η νομοθεσία ορίζει ότι, αρμόδιο όργανο για να αποφανθεί για το ποσοστό αναπηρίας των αιτούντων σύνταξη αναπηρίας είναι οι Υγειονομικές Επιτροπές. Οι Υγειονομικές επιτροπές είναι τριμελείς κι επανδρώνονται από ιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων. Η παρουσία ιατρών, μην εχόντων της ειδικότητας της πάθησης των εξεταζομένων για τη διαπίστωση της αναπηρίας τους, έστω του ενός εκ των τριών εκ των αποτελούντων την επιτροπή, έχει σφοδρότατα κατακριθεί.

Οι Υγειονομικές αυτές Επιτροπές έχουν διφυή χαρακτήρα, ήτοι, αφενός μεν συμβουλευτικό κι αφετέρου δε δεσμευτικό χαρακτήρα. Ο σ υ μ β ο υ λ ε υ τ ι κ ό ς χαρακτήρας των επιτροπών αφορά, σχετικά με την επίδραση της σωματικής πάθησης ή βλάβης στη βιοποριστική ικανότητα του ασφαλισμένου, αιτούντος αναπηρική σύνταξη. Ο δ ε σ μ ε υ τ ι κ ό ς τους χαρακτήρας τους αφορά την οριστική τους διαπίστωση με τις ειδικές επιστημονικές γνώσεις τους, τη φύση, των αιτιών, της έκτασης της σωματικής ή πνευματικής πάθησης ή της προσωρινής ή μόνιμης βλάβης της πάθησής του.

Τόσο στην υπ΄αριθμ. 189/2011 του Διοικητικού Εφετείου Ουσίας της Αθήνας αλλά και σε προγενέστερες όπως στην 434/2008 Απόφαση του ΣτΕ και στην υπ΄αριθμ. 15378/2009 Απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 28 παρ. 2 Α.Ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 περ. 5 του Ν. 1902/1990 και το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 1976/1991, αναγνωρίζουν στον προσφεύγοντα την απονομή αναπηρικής σύνταξης λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής βλάβης του όσο και τα κοινωνικοοικονομικά του κριτήρια.

Τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια μπορούν να αναλυθούν σε κοινωνικά κριτήρια και σε κριτήρια αγοράς της εργασίας, προσδιορίζοντας το ύψος της αδυναμία του ανάπηρου για να κερδίζει τα αναγκαία μέσα προς βιοπορισμό του.

Ο Ν. 1976/1991 έδινε τη δυνατότητα στις Υγειονομικές Επιτροπές να αποφανθούν με τα ιατρικά κριτήρια τους για το ποσοστό αναπηρίας και μπορούσαν να προσαυξήσουν αυτό κατά 17 μονάδες σύμφωνα με την ασφαλιστική αναπηρία των διαπιστουμένων αναπήρων, με τα προαναφερόμενα κοινωνικοοικονομικά τους κριτήρια.

Η ασφαλιστική αναπηρία συνταξιοδοτούμενου διεξοδικά αναλύεται στην υπ΄αριθ. 15378/2009 Απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου της Αθήνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1953 και πραγματοποίησε 2850 ημερομίσθια, με τελευταίο ασφαλιστικό φορέα το Ι.Κ.Α, ως τεχνίτης σε μεταλλικές κατασκευές – αλουμινοκατασκευές. Συνταξιοδοτήθηκε ως ανάπηρος λόγω της χρόνιας νεφροπάθειάς του και της μετέπειτα μεταμόσχευσης νεφρού που υποβλήθηκε. Στη συνέχεια προκειμένου να παραταθεί η αναπηρική του σύνταξή εφόρου ζωής λόγω της ηλικίας του, παραπέμφθηκε για εξέταση στην 4η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (ΑΥΕ), η οποία γνωμάτευσε ότι πάσχει από «Μεταμόσχευση νεφρού» υπό «ανοσοκατασταλτική θεραπεία» και φέρει για το χρονικό διάστημα από 1/3/2008 και εφόρου ζωής ανατομοφυσιολογικής βλάβης 67%. Με βάση τη γνωμάτευση αυτή, ο Διευθυντής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ – ΕΤΑΜ Συντάξεων εξέδωσε συνταξιοδοτική απόφαση και του χορήγησε σύνταξη μερικής αναπηρίας από κοινή νόσο από την 1/3/ 2008 και εφόρου ζωής. Ο συνταξιούχος υπέβαλε ένσταση ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ ) του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ. Μετά την απόρριψη της ένστασή του και από την Β΄/μια Τοπική Διοικητική Επιτροπή, προσέφυγε στο Τριμελές Διοικητικό ΠρωτοδικείοΑθήνας, στο 310 Τμήμα του. Στο σκεπτικό της απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου για τον ανωτέρω προσφεύγοντα αναγράφεται:

«Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας: α) το ποσοστό (67%) της ανατομοφυσιολογικής βλάβης του προσφεύγοντος ένεκα της πάθησής του, σύμφωνα με την αιτιολογημένη και συνεπώς δεσμευτική για το Δικαστήριο γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, β) τη φύση της πάθησης του, γ) ότι η πάθηση αυτή σε σχέση με το χαρακτήρα και τη φύση του επαγγέλματος του τεχνίτη σε μεταλλικές κατασκευές- αλουμινοκατασκευές, που απαιτεί καλή σωματική κατάσταση και προϋποθέτει εφαρμογή δύναμης και εργασία με συχνές επικύψεις και ανυψώσεις, μεταφορές βαριών αντικειμένων, αναρριχήσεις, ορθοστασία και υπαίθρια εργασία, δυσχεραίνει ουσιωδώς και καθιστά επικίνδυνη την άσκηση του παραπάνω επαγγέλματος, δ)την ηλικία του (55 ετών και άνω) κατά τον κρίσιμο χρόνο, που σε συνδυασμό με την ως άνω πάθηση έχει ως συνέπεια, κατά τα κοινώς γνωστά, τη μείωση σε μεγάλο βαθμό της εργασιακής του απόδοσης και στ) τις ειδικότερες συνθήκες αγοράς εργασίας και ευκαιρίες απασχόλησης που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου της Αττικής, οι οποίες όσον αφορά την επαγγελματική κατηγορία του προσφεύγοντος, ή άλλη παρεμφερή, είναι περιορισμένες γι’ αυτόν, γιατί, όπως είναι κοινώς γνωστό, αφενός μεν υπάρχει αυξημένη ανεργία και μειωμένη ζήτηση εργατικών χεριών, αφετέρου δε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προτιμώνται για απασχόληση άτομα νεαρής ηλικίας και υγιή σωματικά, που έχουν την δυνατότητα να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες αυτού του επαγγέλματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα να κερδίζει από τη συνήθη επαγγελματική του απασχόληση ή άλλη παρεμφερή περισσότερο από το 1/5 του ποσού που κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης από 1/3/2008 και εφόρου ζωής. Επομένως, αυτός ήταν κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ασφαλιστικά ανάπηρος σε ποσοστό 80% κατά την έννοια της περ. 5α της παρ. 2 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 και η ΤΔΕ με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας το αντίθετο έσφαλε και πρέπει να ακυρωθεί .. Επειδή, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση».

Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο μετά από τη στάθμιση της αδυναμίας του προσφεύγοντος, στη βλάβη ή στην εξασθένηση του βάση της ιατρικώς διαπιστωθείσης ασθένειάς του και στηριζόμενο αποκλειστικά σε υποκειμενικά κριτήρια, δηλαδή στην ηλικία του, στην έκταση της επίδρασης για την άσκηση του βαρέως επαγγέλματος του, και στην αδυναμία του προς εύρεση εργασίας, που συντελούν στο να του αποφέρουν τα κατώτατα ποσοστά προσόδου, σε σχέση με την πρόσοδο υγιούς ανθρώπου και όχι σε αντικειμενικά κριτήρια που έχουν σχέση με τον ιατρικό καθορισμό ορισμένου ποσοστού ανικανότητάς του προς εργασία

Με τα άρθρα 6 και 8 του ν. 3683/2010, 27 παρ. 1 του ν. 4075/2010, 4038/2012 και 4075/2013, οι Υγειονομικές Επιτροπές μετατράπηκαν σε ΚΕ.Π.Α. (Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας), για όλους τους ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών Ταμείων, όπου πλέον έχουν ενσωματωθεί στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. Από τα ΚΕ.Π.Α εξετάζονται και οι ανασφάλιστοι για τα προνοιακά τους βοηθήματα.

Τοιουτοτρόπως για την απονομή σύνταξης αναπηρίας κατά πρώτον λόγο αποφαίνονται οι υγειονομικές επιτροπές του ΚΕ.Π.Α και στη συνέχεια τα κατά το νόμο αρμόδια ασφαλιστικά όργανα ή ακολούθως τα διοικητικά δικαστήρια. Οι Υγειονομικές επιτροπές κάνουν την εκτίμηση του βαθμού αναπηρίας, σύμφωνα με τα ιατρικά κριτήρια, ενώ πλέον δεν μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό αναπηρίας με τις 17% π ο σ ο σ τ ι α ί ε ς μ ο ν ά δ ε ς λόγω κοινωνικών κριτηρίων και κριτηρίων αγοράς εργασίας, επειδή τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα με το άρθρο 77 παρ. 9 του Ν. 3996/2011. Σύμφωνα με το νόμο αυτό η ανωτέρω αρμοδιότητα για την προσαύξηση των κοινωνικοοικονομικών κριτηρίων ανατίθεται στους αρμόδιους Διευθυντές των Υποκαταστημάτων των Ασφαλιστικών Ταμείων, οποίοι μετά την οριστικοποίηση της ιατρικής γνωμάτευσης των ΚΕ.Π.Α., ολοκληρώνοντάς την προς έκδοση συνταξιοδοτική απόφαση, μπορούν να κάνουν ασφαλιστική κρίση για την ασφαλιστική αναπηρία του συνταξιούχου λαμβάνοντας υπόψη τα κοινωνιοοικονομικά κριτήρια στο σώμα της απόφασης, για τη χορήγηση της προσαύξησης του ποσοστού αναπηρίας μέχρι 17 μονάδες.

Στους Διευθυντές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ η αρμοδιότητα της προσαύξησης του ποσοστού αναπηρίας αναγνωρίστηκε με την υπ΄αριθμ. 67/2001 εγκύκλιο της Δ/σης Παροχών του ΙΚΑ.

Όπως απεφάνθη ο Συνήγορος του Πολίτη «στις Επισημάνσεις του σχετικά με τη Λειτουργία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α)», οι Διευθυντές των Υποκαταστημάτων των Ασφαλιστικών Ταμείων σπανίως ασκούν την αρμοδιότητα τους για την προσαύξηση του ποσοστού αναπηρίας λόγω κοινωνιοοικομικών κριτηρίων .

Κατά το έτος 2010, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ζήτησε από το Ν.Σ.Κ κι αυτό ακολούθως εξέδωσε την υπ΄αριθμ 262/2012 γνωμοδότησή του. Το Υπουργείο, βάσει δε αυτής της γνωμοδότησης, εξέδωσε εγκύκλιο, όπου προβλέπεται ότι οι νέοι ασφαλισμένοι ήτοι αυτοί που ασφαλίστηκαν από την 1-1-1993 και εφεξής και θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης αναπηρικής σύνταξης, το ποσοστό αναπηρίας τους μπορεί να προσαυξηθεί μέχρι τις 15 μονάδες σύμφωνα με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, κι όχι κατά 17 μονάδες όπως ίσχυε για τους παλαιούς ασφαλισμένους. Η δε αρμοδιότητα για την προσαύξηση επανέρχεται στις  Διοικητικές  Επιτροπές.
Η  δικηγόρος

Αικατερίνη Φραγκιαδάκη

email: lawyersgroup6@gmail.com

 
Περίληψη
Εργατικό ατύχημα – Σύνταξη αναπηρίας – Σύνταξη μερικής αναπηρίας – Ιατρική αναπηρία – Ασφαλιστική αναπηρία – Υγειονομικές επιτροπές -. Για την απονομή και την παράταση σύνταξης αναπηρίας σε ασφαλισμένο του Ι.Κ.Α, του οποίου το σχετικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, δεν συνδέεται με χρονικές προϋποθέσεις. Απαιτείται η ύπαρξη ορισμένης πάθησης, βλάβης, σωματικής ή πνευματικής εξασθένισης. Αρμόδιες να αποφανθούν για την ιατρική αναπηρία, είναι οι υγειονομικές επιτροπές. Απαιτείται να συντρέχει και βιοποριστική ανικανότητα του ασφαλισμένου να κερδίζει περισσότερα από ένα συγκεκριμένο ποσοστό, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του νόμου, που κερδίζει υγιής μισθωτός στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία (ασφαλιστική αναπηρία). Αύξηση του ποσοστούέως 17 μονάδες της ασφαλιστικής αναπηρίας από τα ασφαλιστικά όργανα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s